Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'effet de serre
[gender: masculine]
01
φαινόμενο του θερμοκηπίου, θερμοκηπιακό φαινόμενο
phénomène qui retient la chaleur dans l'atmosphère
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
effets de serre
Παραδείγματα
La réduction des émissions peut limiter l' effet de serre.
Η μείωση των εκπομπών μπορεί να περιορίσει το φαινόμενο του θερμοκηπίου.



























