l'effet de serre
Pronunciation
/efɛ də sɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "effet de serre"στα γαλλικά

L'effet de serre
[gender: masculine]
01

φαινόμενο του θερμοκηπίου, θερμοκηπιακό φαινόμενο

phénomène qui retient la chaleur dans l'atmosphère
l'effet de serre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
effets de serre
Παραδείγματα
La réduction des émissions peut limiter l' effet de serre.
Η μείωση των εκπομπών μπορεί να περιορίσει το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store