Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effervescent
01
αφρώδης, ανθρακούχος
qui libère des bulles de gaz dans un liquide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus effervescent
συγκριτικός βαθμός
plus effervescent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
effervescent
αρσενικό πληθυντικό
effervescents
θηλυκό ενικό
effervescente
θηλυκό πληθυντικό
effervescentes
Παραδείγματα
L'eau effervescente contient du dioxyde de carbone.
Το ανθρακούχο νερό περιέχει διοξείδιο του άνθρακα.
02
ζωηρός, ευδιάθετος
qui manifeste de l'enthousiasme, de la vivacité, de la gaieté
Παραδείγματα
Elle est toujours effervescente en arrivant au travail.
Είναι πάντα ζωηρή όταν φτάνει στη δουλειά.
Λεξικό Δέντρο
effervescent
effervesce



























