Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effectuer
01
εκτελώ, πραγματοποιώ
réaliser ou accomplir une action, une tâche ou une opération
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
effectue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
effectuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
effectuerai
ενεστώτα μετοχή
effectuant
παθητική μετοχή
effectué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
effectuions
Παραδείγματα
J' ai effectué toutes les démarches nécessaires pour le projet.
Έκανα όλες τις απαραίτητες διαδικασίες για το έργο.
02
πραγματοποιείται, λαμβάνει χώρα
se réaliser ou se produire, souvent pour une action ou un processus
Παραδείγματα
L' inscription s' effectue en ligne sur le site officiel.
Η εγγραφή πραγματοποιείται online στην επίσημη ιστοσελίδα.



























