Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effacer
01
διαγράφω, αφαιρώ
faire disparaître ce qui est écrit, dessiné ou visible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
efface
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
effaçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
effacerai
ενεστώτα μετοχή
effaçant
παθητική μετοχή
effacé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
effacions
Παραδείγματα
J'ai effacé le tableau après le cours.
Σβήσα τον πίνακα μετά το μάθημα.



























