dévaster
Pronunciation
/devastˈe/

Ορισμός και σημασία του "dévaster"στα γαλλικά

dévaster
01

καταστρέφω, εξοντώνω

détruire complètement un lieu, une région ou des biens
dévaster definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dévaste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dévastons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dévasterai
ενεστώτα μετοχή
dévastant
παθητική μετοχή
dévasté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dévastions
Παραδείγματα
La tempête a dévasté le port et les bâtiments alentours.
Η καταιγίδα κατέστρεψε το λιμάνι και τα γύρω κτίρια.
02

καταστρέφω, εξοντώνω

mettre en désordre ou bouleverser complètement un lieu ou une situation
Παραδείγματα
La grève a dévasté le fonctionnement normal de l' entreprise.
Η απεργία κατέστρεψε την κανονική λειτουργία της εταιρείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store