Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dévaster
01
καταστρέφω, εξοντώνω
détruire complètement un lieu, une région ou des biens
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dévaste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dévastons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dévasterai
ενεστώτα μετοχή
dévastant
παθητική μετοχή
dévasté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dévastions
Παραδείγματα
La tempête a dévasté le port et les bâtiments alentours.
Η καταιγίδα κατέστρεψε το λιμάνι και τα γύρω κτίρια.
02
καταστρέφω, εξοντώνω
mettre en désordre ou bouleverser complètement un lieu ou une situation
Παραδείγματα
La grève a dévasté le fonctionnement normal de l' entreprise.
Η απεργία κατέστρεψε την κανονική λειτουργία της εταιρείας.



























