vaster
de
de
vas
vas
vas
ter
te
te
délesterdévaluerdétesterdésister

Ορισμός και σημασία του "dévaster"στα γαλλικά

dévaster
01

καταστρέφω, εξοντώνω

détruire complètement un lieu, une région ou des biens 
dévaster definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dévaste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dévastons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dévasterai
ενεστώτα μετοχή
dévastant
παθητική μετοχή
dévasté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dévastions
Παραδείγματα
Le tremblement de terre a dévasté la ville. 

Ο σεισμός κατέστρεψε την πόλη.

02

καταστρέφω, εξοντώνω

mettre en désordre ou bouleverser complètement un lieu ou une situation 
Παραδείγματα
Le passage des touristes a dévasté le jardin. 

Η διέλευση των τουριστών κατέστρεψε τον κήπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store