Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désirer
01
éprouver un sentiment de vouloir quelque chose ou quelqu'un, avoir une envie ou un souhait
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
désirant
παθητική μετοχή
désiré
Παραδείγματα
Je désire renouveler mon abonnement au magazine.



























