Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
se déshabiller
01
ξεγδύνομαι, βγάζω τα ρούχα
enlever les vêtements de soi-même
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
déshabille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déshabillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déshabillerai
ενεστώτα μετοχή
déshabillant
παθητική μετοχή
déshabillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déshabillions
Παραδείγματα
Je me déshabille rapidement après une longue journée.
Ξεντύνομαι γρήγορα μετά από μια μακρά μέρα.



























