se déshabiller
déshabiller
dezabije
dezabiye
déshabillé

Ορισμός και σημασία του "déshabiller"στα γαλλικά

se déshabiller
01

ξεγδύνομαι, βγάζω τα ρούχα

enlever les vêtements de soi-même 
se déshabiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
déshabille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déshabillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déshabillerai
ενεστώτα μετοχή
déshabillant
παθητική μετοχή
déshabillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déshabillions
Παραδείγματα
Elle se déshabille avant de dormir. 

Αυτή γδύνεται πριν κοιμηθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store