se déshabiller
Pronunciation
/dezabije/

Ορισμός και σημασία του "déshabiller"στα γαλλικά

se déshabiller
01

ξεγδύνομαι, βγάζω τα ρούχα

enlever les vêtements de soi-même
se déshabiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
déshabille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déshabillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déshabillerai
ενεστώτα μετοχή
déshabillant
παθητική μετοχή
déshabillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déshabillions
Παραδείγματα
Je me déshabille rapidement après une longue journée.
Ξεντύνομαι γρήγορα μετά από μια μακρά μέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store