Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déroger
01
faire exception à une règle ou à une disposition normalement applicable , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Cette mesure déroge à la règle générale.



























