Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
démoraliser
01
αποθαρρύνω, υπονομεύω το ηθικό
faire perdre le courage, la motivation ou la confiance à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
démoralise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
démoralisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
démoraliserai
ενεστώτα μετοχή
démoralisant
παθητική μετοχή
démoralisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
démoralisions
Παραδείγματα
Les critiques négatives l'ont démoralisé.
Οι αρνητικές κριτικές τον αποθάρρυναν.
02
αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω
perdre le courage , la motivation ou la confiance
Παραδείγματα
Elle se démoralise vite quand rien ne marche.
Αυτή αποθαρρύνεται γρήγορα όταν τίποτα δεν λειτουργεί.



























