le dédain
dédain
dedɛ̃
dede
dedans

Ορισμός και σημασία του "dédain"στα γαλλικά

01

περιφρόνηση, απαξίωση

sentiment de mépris ou de supériorité envers quelqu'un ou quelque chose 
le dédain definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il regarde les menteurs avec dédain. 

Κοιτάζει τους ψεύτες με περιφρόνηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store