Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décéder
01
απεβίωσε, πέθανε
mourir, cesser de vivre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
décède
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décédons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décéderai
ενεστώτα μετοχή
décédant
παθητική μετοχή
décédé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décédions
Παραδείγματα
Mon grand-père a décédé l'année dernière.
Ο παππούς μου απεβίωσε πέρυσι.



























