décéder
d
de
de
écé
se
se
der
de
de
décoderdécider

Ορισμός και σημασία του "décéder"στα γαλλικά

décéder
01

απεβίωσε, πέθανε

mourir, cesser de vivre 
décéder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
décède
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décédons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décéderai
ενεστώτα μετοχή
décédant
παθητική μετοχή
décédé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décédions
Παραδείγματα
Mon grand-père a décédé l'année dernière. 

Ο παππούς μου απεβίωσε πέρυσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store