Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décrire
01
περιγράφω, εξηγώ
expliquer comment est quelque chose ou quelqu'un en utilisant des mots
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décrivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décrirai
ενεστώτα μετοχή
décrivant
παθητική μετοχή
décrit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décrivions
Παραδείγματα
Il a décrit ses émotions pendant l' accident.
Αυτός περιέγραψε τα συναισθήματά του κατά τη διάρκεια του ατυχήματος.



























