décrire
Pronunciation
/dekʀiʀ/

Ορισμός και σημασία του "décrire"στα γαλλικά

décrire
01

περιγράφω, εξηγώ

expliquer comment est quelque chose ou quelqu'un en utilisant des mots
décrire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décrivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décrirai
ενεστώτα μετοχή
décrivant
παθητική μετοχή
décrit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décrivions
Παραδείγματα
Il a décrit ses émotions pendant l' accident.
Αυτός περιέγραψε τα συναισθήματά του κατά τη διάρκεια του ατυχήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store