le dommage
Pronunciation
/dɔmaʒ/

Ορισμός και σημασία του "dommage"στα γαλλικά

Le dommage
[gender: masculine]
01

ζημιά, βλάβη

dégât ou perte causé(e) à quelque chose ou quelqu'un
le dommage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dommages
Παραδείγματα
Le dommage est couvert par l' assurance.
Η ζημιά καλύπτεται από την ασφάλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store