Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
domestiquer
01
εξημερώνω, κατοικιδιάζω
habituer un animal à vivre avec les hommes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
domestique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
domestiquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
domestiquerai
παθητική μετοχή
domestiqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
domestiquions
Παραδείγματα
Les poules sont domestiquées pour les œufs.
Οι κότες εξημερώνονται για τα αυγά.
02
εξημερώνω, ελέγχω
rendre un comportement, un sentiment ou une force plus maîtrisable
Παραδείγματα
Ils domestiquent la foule pour éviter la panique.
Ημερεύουν το πλήθος για να αποφύγουν τον πανικό.



























