Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
domestiquer
01
εξημερώνω, κατοικιδιάζω
habituer un animal à vivre avec les hommes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
domestique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
domestiquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
domestiquerai
παθητική μετοχή
domestiqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
domestiquions
Παραδείγματα
Les chiens sont domestiqués depuis des milliers d'années.
Οι σκύλοι είναι εξημερωμένοι εδώ και χιλιάδες χρόνια.
02
εξημερώνω, ελέγχω
rendre un comportement, un sentiment ou une force plus maîtrisable
Παραδείγματα
Il domestique sa colère avant de parler.
Δαμάζει το θυμό του πριν μιλήσει.



























