domestiquer
Pronunciation
/dɔmɛstikˈe/

Ορισμός και σημασία του "domestiquer"στα γαλλικά

domestiquer
01

εξημερώνω, κατοικιδιάζω

habituer un animal à vivre avec les hommes
domestiquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
domestique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
domestiquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
domestiquerai
παθητική μετοχή
domestiqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
domestiquions
Παραδείγματα
Les poules sont domestiquées pour les œufs.
Οι κότες εξημερώνονται για τα αυγά.
02

εξημερώνω, ελέγχω

rendre un comportement, un sentiment ou une force plus maîtrisable
domestiquer definition and meaning
Παραδείγματα
Ils domestiquent la foule pour éviter la panique.
Ημερεύουν το πλήθος για να αποφύγουν τον πανικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store