Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le dispositif
01
συσκευή, μηχάνημα
objet , appareil ou mécanisme conçu pour une fonction précise
Παραδείγματα
Ce dispositif permet de mesurer la température.
Αυτή η συσκευή επιτρέπει τη μέτρηση της θερμοκρασίας.
02
μηχανισμός, συσκευή
ensemble de mesures ou d'actions organisées pour atteindre un objectif
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dispositifs
Παραδείγματα
Le gouvernement a mis en place un dispositif pour soutenir les entreprises.
Η κυβέρνηση έχει θεσπίσει ένα μηχανισμό για την υποστήριξη των επιχειρήσεων.
03
σχέδιο, οργάνωση
plan ou organisation prévue pour réaliser un projet ou une action
Παραδείγματα
Le dispositif du projet a été présenté aux responsables.
Η διάταξη του έργου παρουσιάστηκε στους υπεύθυνους.



























