Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disponible
01
διαθέσιμος, ελεύθερος
qui peut être utilisé, obtenu ou rencontré librement, sans obstacle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus disponible
συγκριτικός βαθμός
plus disponible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
disponible
αρσενικό πληθυντικό
disponibles
θηλυκό ενικό
disponible
θηλυκό πληθυντικό
disponibles
Παραδείγματα
Il est disponible le mercredi matin.
Αυτό το δωμάτιο ξενοδοχείου είναι διαθέσιμο για αυτό το σαββατοκύριακο.



























