Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discordant
01
αντιφατικός, ασύμφωνος
qui est en désaccord ou en contradiction avec quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus discordant
συγκριτικός βαθμός
plus discordant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
discordant
αρσενικό πληθυντικό
discordants
θηλυκό ενικό
discordante
θηλυκό πληθυντικό
discordantes
Παραδείγματα
Ses paroles sont discordantes avec ses actions.
Τα λόγια του είναι αντιφατικά με τις πράξεις του.
02
δυσαρμονικός, παράφωνος
qui produit un son désagréable ou qui ne s'accorde pas avec les autres sons
Παραδείγματα
Le bruit des casseroles était discordant dans la cuisine.
Ο θόρυβος των κατσαρολών ήταν δυσαρμονικός στην κουζίνα.
Λεξικό Δέντρο
discordant
discord



























