le dessert
de
ντε
ssert
sɛʁ
σερ
dissert

Ορισμός και σημασία του "dessert"στα γαλλικά

01

επιδόρπιο, γλυκό

la dernière partie d'un repas, souvent sucrée 
le dessert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
desserts
Παραδείγματα
Je prends toujours un dessert après le dîner 

Παίρνω πάντα ένα επιδόρπιο μετά το δείπνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store