Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desserrer
01
χαλαρώνω, ξεσφίγγω
rendre moins serré ou moins tendu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
desserre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
desserrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
desserrerai
παθητική μετοχή
desserré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
desserrions
Παραδείγματα
Il faut desserrer l'écrou avant de l'enlever.
Πρέπει να χαλαρώσετε το παξιμάδι πριν το αφαιρέσετε.



























