desserrer
desserrer
dɛsɛʁe
desere
balbutierdésespéréparalyserobscurité

Ορισμός και σημασία του "desserrer"στα γαλλικά

desserrer
01

χαλαρώνω, ξεσφίγγω

rendre moins serré ou moins tendu 
desserrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
desserre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
desserrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
desserrerai
παθητική μετοχή
desserré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
desserrions
Παραδείγματα
Il faut desserrer l'écrou avant de l'enlever. 

Πρέπει να χαλαρώσετε το παξιμάδι πριν το αφαιρέσετε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store