Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le designer
01
σχεδιαστής, δημιουργός
personne qui crée ou conçoit des objets, des produits, des vêtements, des graphiques ou des espaces, en alliant esthétique et fonctionnalité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
designers
Παραδείγματα
Elle est designer de mode et crée des vêtements originaux.
Είναι σχεδιάστρια μόδας και δημιουργεί πρωτότυπα ρούχα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
designer
design



























