Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le degré
01
βαθμός, επίπεδο
unité servant à mesurer la température, l'angle ou l'intensité d'un phénomène
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
degrés
Παραδείγματα
Ils ont évalué le degré de risque.
Αξιολόγησαν τον βαθμό κινδύνου.



























