le degré
Pronunciation
/dəgʀe/

Ορισμός και σημασία του "degré"στα γαλλικά

01

βαθμός, επίπεδο

unité servant à mesurer la température, l'angle ou l'intensité d'un phénomène
le degré definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
degrés
Παραδείγματα
Ils ont évalué le degré de risque.
Αξιολόγησαν τον βαθμό κινδύνου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store