le côlon
côlon
kolɔ̃
kolaw
colon

Ορισμός και σημασία του "côlon"στα γαλλικά

01

κόλον, παχύ έντερο

partie du gros intestin qui absorbe l'eau et forme les selles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
côlons
Παραδείγματα
Le côlon joue un rôle important dans la digestion. 

Το παχύ έντερο παίζει σημαντικό ρόλο στην πέψη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store