cérébral
cérébral
seʁebʁal
serebral

Ορισμός και σημασία του "cérébral"στα γαλλικά

cérébral
01

εγκεφαλικός, εγκεφαλικό

qui concerne le cerveau 
cérébral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cérébral
αρσενικό πληθυντικό
cérébraux
θηλυκό ενικό
cérébrale
θηλυκό πληθυντικό
cérébrales
Παραδείγματα
Il a subi une hémorragie cérébrale. 

Υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store