Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cérébral
01
εγκεφαλικός, εγκεφαλικό
qui concerne le cerveau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cérébral
αρσενικό πληθυντικό
cérébraux
θηλυκό ενικό
cérébrale
θηλυκό πληθυντικό
cérébrales
Παραδείγματα
Il a subi une hémorragie cérébrale.
Υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία.



























