Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cérébral
01
εγκεφαλικός, εγκεφαλικό
qui concerne le cerveau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cérébral
αρσενικό πληθυντικό
cérébraux
θηλυκό ενικό
cérébrale
θηλυκό πληθυντικό
cérébrales
Παραδείγματα
Les scientifiques étudient le développement cérébral chez les enfants.
Οι επιστήμονες μελετούν την εγκεφαλική ανάπτυξη στα παιδιά.



























