la céréale
cé
se
σε
réale
ʁeal
ρεαλ

Ορισμός και σημασία του "céréale"στα γαλλικά

01

δημητριακά, δημητριακά

plante cultivée pour ses graines comestibles, comme le blé, le riz ou le maïs 
la céréale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
céréales
Παραδείγματα
Le blé est une céréale cultivée dans de nombreuses régions du monde. 

Το σιτάρι είναι ένα δημητριακό που καλλιεργείται σε πολλές περιοχές του κόσμου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store