Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cécité
01
τυφλότητα
perte totale ou partielle de la vue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La cécité partielle peut parfois être corrigée avec des traitements.
Η μερική τυφλότητα μπορεί μερικές φορές να διορθωθεί με θεραπείες.



























