le câble
câble
kɑ:bl
kaabl
cible

Ορισμός και σημασία του "câble"στα γαλλικά

01

καλώδιο, σύρμα

fil ou ensemble de fils servant à transmettre l'électricité, le son, ou des données 
le câble definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
câbles
Παραδείγματα
Le câble de mon téléphone est abîmé. 

Το καλώδιο του τηλεφώνου μου είναι κατεστραμμένο.

02

καλώδιο, σύρμα

fil métallique ou électrique utilisé pour transporter un courant ou une force 
Παραδείγματα
Le câble du pont suspendu est très solide. 

Το καλώδιο της κρεμαστής γέφυρας είναι πολύ στιβαρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store