Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le câble
01
καλώδιο, σύρμα
fil ou ensemble de fils servant à transmettre l'électricité, le son, ou des données
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
câbles
Παραδείγματα
Le câble de mon téléphone est abîmé.
Το καλώδιο του τηλεφώνου μου είναι κατεστραμμένο.
02
καλώδιο, σύρμα
fil métallique ou électrique utilisé pour transporter un courant ou une force
Παραδείγματα
Le câble du pont suspendu est très solide.
Το καλώδιο της κρεμαστής γέφυρας είναι πολύ στιβαρό.



























