la curiosi
cur
kyʁ
κυρ
io
γο
si
zi
ζι
te
τε

Ορισμός και σημασία του "curiosité"στα γαλλικά

01

περιέργεια, επιθυμία να μάθει

envie de connaître, de découvrir ou de comprendre quelque chose 
la curiosité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les enfants manifestent une grande curiosité pour le monde. 

Τα παιδιά εκδηλώνουν μεγάλη περιέργεια για τον κόσμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store