la curiosité
Pronunciation
/kyʀjozite/

Ορισμός και σημασία του "curiosité"στα γαλλικά

01

περιέργεια, επιθυμία να μάθει

envie de connaître, de découvrir ou de comprendre quelque chose
la curiosité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La curiosité l' a poussé à poser beaucoup de questions.
Η περιέργεια τον ώθησε να κάνει πολλές ερωτήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store