Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La crêpe
01
κρέπα, τηγανίτα
fine galette de pâte cuite à la poêle, sucrée ou salée, servie comme dessert ou plat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crêpes
Παραδείγματα
Nous avons mangé des crêpes au sucre et au citron.
Φάγαμε κρέπες με ζάχαρη και λεμόνι.
02
κρέπα, ύφασμα κρέπα
tissu léger et souple, légèrement granuleux ou froissé, utilisé pour les vêtements comme les robes et les blouses
Παραδείγματα
Le tissu en crêpe peut être froissé pour créer des effets décoratifs.
Το ύφασμα crêpe μπορεί να πλισιαστεί για να δημιουργήσει διακοσμητικά εφέ.



























