la crêpe
crêpe
kʁɛɪ̯p
κρειπ
crête

Ορισμός και σημασία του "crêpe"στα γαλλικά

01

κρέπα, τηγανίτα

fine galette de pâte cuite à la poêle, sucrée ou salée, servie comme dessert ou plat 
la crêpe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crêpes
Παραδείγματα
Elle a préparé des crêpes au chocolat pour le goûter. 

Προετοίμασε κρέπες σοκολάτας για το σνακ.

02

κρέπα, ύφασμα κρέπα

tissu léger et souple, légèrement granuleux ou froissé, utilisé pour les vêtements comme les robes et les blouses 
le crêpe definition and meaning
Παραδείγματα
La robe est confectionnée en crêpe noir. 

Το φόρεμα είναι κατασκευασμένο από μαύρο κρέπ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store