crépu
cré
kʁe
kre
pu
py
py

Ορισμός και σημασία του "crépu"στα γαλλικά

01

πολύ σγουρός, πλούσιος

cheveux très frisés, souvent serrés et volumineux 
crépu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus crépu
συγκριτικός βαθμός
plus crépu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
crépu
αρσενικό πληθυντικό
crépus
θηλυκό ενικό
crépue
θηλυκό πληθυντικό
crépues
θεματικό πεδίο
cheveux, texture
Παραδείγματα
Elle a les cheveux crépus et volumineux. 

Έχει σγουρά και ογκώδη μαλλιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store