Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La créature
01
πλάσμα, ον
être vivant, réel ou imaginaire, souvent doté de caractéristiques particulières
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
créatures
Παραδείγματα
Les enfants dessinent des créatures imaginaires pendant l' atelier.
Τα παιδιά ζωγραφίζουν φανταστικά πλάσματα κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου.
02
άνθρωπος, πλάσμα
être humain, considéré parfois dans un sens poétique ou religieux comme un être créé
Παραδείγματα
Chaque créature a sa propre personnalité et ses émotions.
Κάθε πλάσμα έχει τη δική του προσωπικότητα και συναισθήματα.
03
πλάσμα, ομορφιά
terme utilisé familièrement ou poétiquement pour désigner une femme, souvent pour souligner sa beauté ou sa délicatesse
Παραδείγματα
Il parlait toujours de sa créature préférée avec admiration.
Μιλούσε πάντα για το αγαπημένο του πλάσμα με θαυμασμό.



























