Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le créateur
01
δημιουργός, δημιουργήτρια
personne qui invente, conçoit ou réalise quelque chose de nouveau, souvent dans le domaine artistique, culturel ou professionnel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
créateurs
Παραδείγματα
Le créateur de mode présente sa nouvelle collection.
Ο δημιουργός της μόδας παρουσιάζει τη νέα του συλλογή.



























