le créateur
créa
kʁea
krea
teur
tœʁ
toer
créditeur

Ορισμός και σημασία του "créateur"στα γαλλικά

01

δημιουργός, δημιουργήτρια

personne qui invente, conçoit ou réalise quelque chose de nouveau, souvent dans le domaine artistique, culturel ou professionnel 
le créateur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
créateurs
Παραδείγματα
Le créateur de mode présente sa nouvelle collection. 

Ο δημιουργός της μόδας παρουσιάζει τη νέα του συλλογή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store