craindre
craindre
kʁɛ̃:dʁ
kredr

Ορισμός και σημασία του "craindre"στα γαλλικά

craindre
01

φοβάμαι, ανησυχώ

avoir peur de quelque chose ou de quelqu'un 
craindre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
crains
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
craignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
craindrai
ενεστώτα μετοχή
craignant
παθητική μετοχή
craint
α΄ πληθυντικό παρατατικού
craignions
Παραδείγματα
Il craint les araignées. 

Φοβάται τις αράχνες.

02

είμαι ευαίσθητος σε

être affecté négativement par quelque chose (climat, maladie, etc.) 
Παραδείγματα
Cette plante craint le gel. 

Αυτό το φυτό φοβάται τον παγετό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store