Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La course
01
τρέξιμο, διάδρομος
le fait de se déplacer rapidement en utilisant ses jambes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La course du matin me réveille toujours.
Ο τρέξιμο το πρωί με ξυπνά πάντα.
02
αγώνας, διαγωνισμός
un événement où les participants essaient d'arriver les premiers
Παραδείγματα
La course de 100 mètres aura lieu cet après-midi.
Ο αγώνας των 100 μέτρων θα πραγματοποιηθεί σήμερα το απόγευμα.
03
βόλτα, περπάτημα
action de marcher ou de se déplacer à pied, souvent pour le sport ou l'exercice
Παραδείγματα
Nous faisons une course tous les matins dans le parc.
Κάνουμε έναν περίπατο κάθε πρωί στο πάρκο.
04
διαδρομή, ταξίδι
trajet effectué en taxi ou autre véhicule avec paiement
Παραδείγματα
La course en taxi a coûté vingt euros.
Η διαδρομή με ταξί κόστισε είκοσι ευρώ.
05
ανάβαση, αναρρίχηση
action de monter ou de grimper, souvent rapidement ou avec effort
Παραδείγματα
La course vers le sommet est épuisante.
Η ανάβαση προς την κορυφή είναι εξαντλητική.
06
αγώνας, τρέξιμο
action de se déplacer rapidement d'un point à un autre
Παραδείγματα
La course des voitures sur l'autoroute est impressionnante.
Ο αγώνας των αυτοκινήτων στην εθνική οδό είναι εντυπωσιακός.



























