costique
cos
kɔs
κοσ
me
με
tique
tɪk
τικ
cosmique

Ορισμός και σημασία του "cosmétique"στα γαλλικά

cosmétique
01

καλλυντικός, καλλυντική

relatif aux produits ou aux soins utilisés pour embellir la peau, le visage ou le corps 
cosmétique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cosmétique
αρσενικό πληθυντικό
cosmétiques
θηλυκό ενικό
cosmétique
θηλυκό πληθυντικό
cosmétiques
θεματικό πεδίο
beauté, santé, produit
Παραδείγματα
Une crème cosmétique très hydratante. 

Μια πολύ ενυδατική καλλυντική κρέμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store