le correspondant
correspondant
kɔʁɛspɔ̃dɑ̃
kawrespawdaa

Ορισμός και σημασία του "correspondant"στα γαλλικά

Le correspondant
01

ανταποκριτής, ειδικός ανταποκριτής

journaliste qui envoie des informations depuis un lieu spécifique 
le correspondant definition and meaning
Παραδείγματα
Le correspondant couvre les événements à l'étranger. 

Ο ανταποκριτής καλύπτει τα γεγονότα στο εξωτερικό.

02

ανταποκριτής, αλληλογράφος

personne avec qui on échange des lettres ou des messages 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
correspondants
Παραδείγματα
Mon correspondant habite en France. 

Ο ανταποκριτής μου ζει στη Γαλλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store