Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La corbeille
01
καλάθι, κάνιστρο
récipient ouvert, souvent en osier ou en plastique, utilisé pour contenir ou transporter des objets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
corbeilles
Παραδείγματα
Elle a mis les fruits dans la corbeille.
Έβαλε τα φρούτα στο καλάθι.
02
κάδος ανακύκλωσης, κάδος
emplacement dans un ordinateur où sont placés temporairement les fichiers supprimés
Παραδείγματα
J'ai accidentellement mis le document dans la corbeille.
Έβαλα κατά λάθος το έγγραφο στονκάδο ανακύκλωσης.



























