le corbeau
corbeau
kɔʁbo
kawrbo
cordeau

Ορισμός και σημασία του "corbeau"στα γαλλικά

01

κοράκι, κραυγή κορακιού

oiseau noir de grande taille, souvent associé à la sagesse ou à la superstition 
le corbeau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
corbeaux
Παραδείγματα
Le corbeau vole au-dessus de la forêt. 

Ο κόρακας πετάει πάνω από το δάσος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store