Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le corbeau
01
κοράκι, κραυγή κορακιού
oiseau noir de grande taille, souvent associé à la sagesse ou à la superstition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
corbeaux
Παραδείγματα
Un corbeau s' est posé près du lac.
Ένας κόρακας κάθισε κοντά στη λίμνη.



























