contre-attaquer
contre
kɔ̃tʁ‿atake
kawtratake
attaquer

Ορισμός και σημασία του "contre-attaquer"στα γαλλικά

contre-attaquer
01

αντεπιτίθεμαι, απαντώ σε επίθεση με επίθεση

répondre à une attaque en attaquant à son tour 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contre-attaque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contre-attaquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contre-attaquerai
παθητική μετοχή
contre-attaqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contre-attaquions
Παραδείγματα
L'armée a contre-attaqué rapidement après l'assaut. 

Ο στρατός αντεπιτέθηκε γρήγορα μετά την επίθεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store