Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contre-attaquer
01
αντεπιτίθεμαι, απαντώ σε επίθεση με επίθεση
répondre à une attaque en attaquant à son tour
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contre-attaque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contre-attaquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contre-attaquerai
παθητική μετοχή
contre-attaqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contre-attaquions
Παραδείγματα
L'armée a contre-attaqué rapidement après l'assaut.
Ο στρατός αντεπιτέθηκε γρήγορα μετά την επίθεση.
LanGeek



























