la connexion
co
κο
nnex
nɛks
νεκσ
ion
jɔ̃
γο

Ορισμός και σημασία του "connexion"στα γαλλικά

01

σύνδεση, σύνδεση λογαριασμού

fait d'accéder à un service, un site ou un compte en s'identifiant, souvent via Internet 
la connexion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
connexions
Παραδείγματα
La connexion au compte a échoué. 

Η σύνδεση στον λογαριασμό απέτυχε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store