Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le compas
01
πυξίδα, όργανο προσανατολισμού
instrument qui indique les directions géographiques, en particulier le nord, grâce à une aiguille aimantée
Παραδείγματα
Sans compas, il est facile de se perdre en forêt.
Χωρίς πυξίδα, είναι εύκολο να χαθείς στο δάσος.
02
διαβήτης, πυξίδα
instrument formé de deux branches articulées, utilisé pour tracer des cercles ou reporter des distances en géométrie ou en dessin technique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
compas
Παραδείγματα
Un compas bien réglé garantit une bonne précision.
Ένας καλά ρυθμισμένος διαβήτης εγγυάται καλή ακρίβεια.



























