Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le combattant
01
μαχητής, πολεμιστής
un individu engagé dans un conflit armé ou dans une lutte active
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
combattants
Παραδείγματα
Les combattants sont fatigués après des jours de bataille.
Οι μαχητές είναι κουρασμένοι μετά από ημέρες μάχης.
02
ακτιβιστής, μαχητής
quelqu'un qui se bat pour une cause morale, sociale ou politique, sans implication militaire directe
Παραδείγματα
Les anciens combattants politiques racontent leurs luttes passées.
Οι πρώην πολιτικοί μαχητές αφηγούνται τους προηγούμενους αγώνες τους.
Λεξικό Δέντρο
combattant
combat
tant



























