Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le coma
01
κώμα, κατάσταση κώματος
état d'inconscience profonde et prolongée, dans lequel une personne ne répond pas aux stimulations extérieures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le patient est dans le coma depuis plusieurs jours.
Ο ασθενής βρίσκεται σε κόμα εδώ και αρκετές ημέρες.



























