le coma
co
kaw
ma
ma
ma

Ορισμός και σημασία του "coma"στα γαλλικά

01

κώμα, κατάσταση κώματος

état d'inconscience profonde et prolongée, dans lequel une personne ne répond pas aux stimulations extérieures 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le patient est dans le coma depuis plusieurs jours. 

Ο ασθενής βρίσκεται σε κόμα εδώ και αρκετές ημέρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store