la colère
Pronunciation
/kɔlɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "colère"στα γαλλικά

La colère
[gender: feminine]
01

θυμός, οργή

sentiment de forte irritation ou de rage contre quelqu'un ou quelque chose
la colère definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La colère des citoyens a été entendue par les autorités.
Η οργή των πολιτών ακούστηκε από τις αρχές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store