Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le classeur
[gender: masculine]
01
φάκελος, δένωση εγγράφων
accessoire de bureau pour ranger des documents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
classeurs
Παραδείγματα
Où est le classeur avec les factures de l' année ?
Πού είναι ο μπάιντερ με τις τιμολογίες του έτους;
02
αρχειοθήκη, συρταριέρα
meuble ou système de rangement pour dossiers et documents
Παραδείγματα
Où sont les classeurs à suspension pour les dossiers ?
Πού είναι οι κρεμαστοί αρχειοθήκες για τα αρχεία;



























