le citoyen
Pronunciation
/sitwajɛ̃/

Ορισμός και σημασία του "citoyen"στα γαλλικά

Le citoyen
[gender: masculine]
01

πολίτης, πολίτισσα

personne qui a les droits et les devoirs dans un pays
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
citoyens
Παραδείγματα
Le citoyen paie des impôts pour soutenir l' État.
Ο πολίτης πληρώνει φόρους για να υποστηρίξει το κράτος.
01

πολιτικός, πολιτοκεντρικός

qui concerne les droits, les devoirs ou la responsabilité d'une personne dans la société
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
citoyen
αρσενικό πληθυντικό
citoyens
θηλυκό ενικό
citoyenne
θηλυκό πληθυντικό
citoyennes
Παραδείγματα
Une attitude citoyenne respecte les règles de vie commune.
Μια πολιτική στάση σέβεται τους κανόνες της κοινωνικής ζωής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store