Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le citoyen
01
πολίτης, πολίτισσα
personne qui a les droits et les devoirs dans un pays
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
citoyens
Παραδείγματα
Le citoyen a le droit de voter.
Ο πολίτης έχει το δικαίωμα να ψηφίσει.
citoyen
01
πολιτικός, πολιτοκεντρικός
qui concerne les droits, les devoirs ou la responsabilité d'une personne dans la société
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
citoyen
αρσενικό πληθυντικό
citoyens
θηλυκό ενικό
citoyenne
θηλυκό πληθυντικό
citoyennes
Παραδείγματα
Il a un comportement citoyen exemplaire.
Έχει εξαίρετη πολιτική συμπεριφορά.



























