le ciseaux
Pronunciation
/sizo/

Ορισμός και σημασία του "ciseaux"στα γαλλικά

01

ψαλίδι, ψαλίδι κοπής μετάλλων

outil à deux lames pour couper
le ciseaux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ciseaux
Παραδείγματα
Les ciseaux de coiffeur sont très pointus.
Το ψαλίδι του κουρέα είναι πολύ κοφτερό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store