Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cire
01
κερί, κερί αποτρίχωσης
matière utilisée en cosmétique, bricolage, ou pour fabriquer des bougies, pouvant être appliquée sur la peau, les cheveux ou des surfaces diverses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La cire chaude est utilisée pour l'épilation des jambes.
Το ζεστό κερί χρησιμοποιείται για την αποτρίχωση των ποδιών.
02
κερί, γυαλιστικό
: produit utilisé pour faire briller ou protéger une surface
Παραδείγματα
Elle a passé de la cire sur ses chaussures pour qu'elles brillent.
Έβαλε κερί στα παπούτσια της για να λάμπουν.



























