la circulation
cir
sɪʁ
σιρ
cu
ky
κυ
lat
las
λασ
ion
jɔ̃
γο

Ορισμός και σημασία του "circulation"στα γαλλικά

La circulation
01

κυκλοφορία

le mouvement des véhicules ou des personnes dans les rues, sur les routes, etc. 
la circulation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La circulation est très dense ce matin. 

Η κυκλοφορία είναι πολύ πυκνή σήμερα το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

circulation
circulate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store