Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La circulation
01
κυκλοφορία
le mouvement des véhicules ou des personnes dans les rues, sur les routes, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La circulation est très dense ce matin.
Η κυκλοφορία είναι πολύ πυκνή σήμερα το πρωί.
Λεξικό Δέντρο
circulation
circulate



























