la chèvre
chèvre
ʃɛvʁ
shevr
chère

Ορισμός και σημασία του "chèvre"στα γαλλικά

01

κατσίκα, αίγα

animal de la ferme avec des cornes, souvent élevé pour son lait ou sa viande 
la chèvre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chèvres
αρσενικό ενικό
bouc
θηλυκό ενικό
chèvre
neutral form
caprin
Παραδείγματα
La chèvre mange de l'herbe dans le champ. 

Η κατσίκα τρώει γρασίδι στο χωράφι.

02

κρέας κατσίκας, κατσίκα

viande obtenue de l'animal appelé chèvre, consommée comme aliment 
Παραδείγματα
Nous mangeons de la chèvre ce soir. 

Τρώμε κατσικίσιο απόψε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store