chinois
Pronunciation
/ʃinwa/

Ορισμός και σημασία του "chinois"στα γαλλικά

01

κινέζικος, κινέζικος

relatif à la culture, à la langue ou aux produits de la Chine
chinois definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chinois
αρσενικό πληθυντικό
chinois
θηλυκό ενικό
chinoise
θηλυκό πληθυντικό
chinoises
Παραδείγματα
Un médecin utilise la médecine chinoise.
Le chinois
[gender: masculine]
01

κινέζικα, κινέζικη γλώσσα

langue parlée principalement en Chine
le chinois definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le professeur explique la grammaire du chinois.
Ο δάσκαλος εξηγεί τη γραμματική της κινεζικής γλώσσας.
02

Κινέζος, Κινέζα

personne originaire de la Chine
Παραδείγματα
Les Chinois célèbrent le Nouvel An lunaire.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store